Δούλεψε να φας, κλεψε να’χεις

david bassett

david bassett

Δούλεψε να φας, κλέψε να’χεις

Από μικρός μεγάλωσα ακούγοντας την φράση ‘να κάνουμε οικονομία’. Ήταν η φράση κλειδί στα περισσότερα ζητούμενα. Ήταν η φράση που μέσα στο σπίτι κυκλοφορούσε άνετα, δίχως φραγμούς και ας ήταν μια λέξη που μας στένευε και δήλωνε την δυσκολία να αντεπεξέλθουμε στις ανάγκες μας.

Ήταν η πιο οικία λέξη στην γειτονιά, στο σχολείο, στην παρέα. Ξέραμε ότι για να αγοράσουμε κάτι θα έπρεπε να έχουμε χρήματα στην άκρη και αυτό σήμαινε ‘να κάνουμε οικονομία’, δηλαδή περιορισμός ή στέρηση από άλλα αγαθά, άλλες δυνατότητες & ικανοποιήσεις. Ήταν η λέξη που δήλωνε την κοινωνική κατάσταση όλων μας, βάζοντάς μας καθήκοντα για την καθημερινότητα και το αύριο.

Μεγαλώσαμε πια και αυτή η ‘άτιμη’ λέξη μας ακολουθεί ακόμη, με το ίδιο νόημα και με τις ανάλογες υποχρεώσεις. Όποτε περισσεύουν χρήματα τα κρατάμε στην άκρη για μια δύσκολη στιγμή και τα ξοδεύουμε στην πρώτη ‘ευκαιρία’. Έτσι κάνει και ο περισσότερος κόσμος, που εξαρτάται από την εργασία του.

Γιαυτό το λόγο οι γονείς προτρέπουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν, να βρουν μια δουλειά με συνθήκες ανθρώπινες, να πληρώνονται καλύτερα, να οργανώσουν τη ζωή τους δίχως να τους κυνηγάει η οικονομία.

Δυστυχώς όμως αυτές οι προτροπές τα τελευταία χρόνια δεν έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και η κατάσταση γενικεύεται γίνεται πιο δύσκολη.

Από την πλευρά των κυβερνήσεων και των επιχειρηματιών το μόνο που ακούμε είναι προτροπές για λιτότητα, περισσότερη δουλειά, περισσότερη προσπάθεια και επιμονή για εύρεση εργασίας, με όποιο κόστος νά’ναι, στην αρχή δύσκολα και σιγά -σιγά πατώντας επί πτωμάτων ίσως να γίνουμε σαν… αυτούς.

Ο καπιταλισμός στο ριζοσπαστισμό του σου δίνει τη ‘δυνατότητα’ να αλλάξεις τάξη, να σου τύχει το πολλαπλό jack pot και να καταλήξεις στα σαλόνια, ή να γεννηθείς πλούσιος και να πεθάνεις στη πτώση, όμως ως προτροπή, ιδεολογία, δεν αποτελεί κίνητρο, ώστε να αξίζει για θυσίες.

Αυτό που μας κινεί και τρέχουμε μια ζωή, είναι η ανάγκη και αν πρέπει να απαλλαγούμε από κάτι, αυτό είναι η ανάγκη ( ο καταναγκασμός της δουλειάς και άλλα πολλά).

Ο μύθος να πλουτίσουμε από την δουλειά, όσες εξαιρέσεις και αν έχει, δεν έπειθε, δεν πείθει και τώρα, γιατί η καθημερινότητα μετατρέπεται σε έναν αγώνα να τα βγάλουμε πέρα, δίχως να προλαβαίνουμε να επενδύσουμε στο ‘ριζοσπαστισμό’ του καπιταλισμού για πλουτισμό, όσο καλοδεχούμενος και αν είναι.

Σαφώς , το να κάνεις μια δουλειά που έχεις ‘επιλέξει’, με συνθήκες καλές, μισθό πάνω από τις συμβάσεις, και όλα τα νόμιμα, είναι καλύτερα από την επισφάλεια, τα λίγα ευρώ την ωρομισθία, το part time, την ανεργία. Οι συνθήκες εργασίας όμως, όπως και να είναι, παραμένουν συνθήκες που εξυπηρετούν την λειτουργία του καπιταλισμού και δεν έχουν σχέση με το πλουτισμό, δεν τον επιτρέπουν.

Η εμμονή, των κυβερνήσεων και των επιχειρηματιών, στην ανταγωνιστικότητα, τον εκσυγχρονισμό, την αξιοκρατία, την κοινωνία των γνώσεων και των ευκαιριών, είναι μια διαρκής προσπάθεια εξαπάτησης του λαού, είναι η εξατομίκευση που δεν μπορεί να καταλήξει στον γενικευμένο πλουτισμό ούτε καν στην ευημερία της μικτής οικονομίας..

Αυτό ανέλυε και εξηγούσε ο K.Marx όταν έλεγε ότι ‘ο εργάτης είναι αναγκασμένος ν’αρχίζει πάντα από την αρχή’ (grundrisse,), είναι αυτό που ο λαός λέει δίχως να έχει διαβάσει Marx: ‘δούλεψε να φας, κλέψε να έχεις’. Και απο τα δύο επιλέγει την δουλειά καθώς δίπλα του ζουν εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι.

Η κλοπή ‘για να έχεις’, είναι αποδεκτή και συγκαλυμμένη από τους νόμους της αγοράς και της ιδιοκτησίας, ενώ η ληστεία μιας τράπεζας- που είναι ασφαλισμένη, είναι έγκλημα ακόμα και αν δεν έχει ανθρώπινα θύματα. Η καθημερινή κλοπή εκατομμυρίων εργαζόμενων λέγεται επένδυση, ανάπτυξη, ιδιωτικοποίηση, εθνική στρατηγική. Αυτήν την κλοπή την έχουν αναλάβει όμως οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι κατασκευαστές… το κράτος και δε δίνουν σε κανέναν λογαριασμό.

Όπως δε λογαριάζουν τα θύματα που πέφτουν καθημερινά στο χώρο εργασίας, ή τις χιλιάδες νέες εργαζόμενες και εργαζόμενους με ή δίχως πτυχία και μεταπτυχιακά που έχουν δεν έχουν δουλειά, από το άγχος και το στρες καταλήγουν να τους βλέπει ψυχολόγος.

Είναι η ίδια συνομοταξία που έχει φέρει το περιβάλλον και τον τρόπο ζωής μας σ’αυτήν την κατάσταση, αγνοώντας αλαζονικά τα επίσημα θεσμικά όργανα.

Η αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να διατηρεί την πολιτική αντιπαράθεση στα μέτρα που επιβάλει η εξουσία. Όπως και την επικοινωνία με τον κόσμο, δε πρέπει να την χαρίσει στα ΜΜΕ ούτε να εξαρτάται από αυτά. Να αντιμετωπίσουμε την ‘τάξη’ με όρους εξάρτησης και αυτονομίας, την πολιτική με όρους κοινωνικού κόστους και τα κοινωνικά πεδία όχι ως εργαλεία που θα μας στηρίξουν στην στρατηγική, αλλά ως πεδία στρατηγικής.

Η αριστερά οφείλει να ξαναδεί μια συνολική πρόταση προς τον λαό, εφικτή δίχως δημαγωγίες που θα περιέχει το άμεσο και μερικό που της αντιστοιχεί, με το συνολικό που είναι το ζήτημα ενός νέου τρόπου κοινωνικής και πολιτικής διαχείρισης του τόπου, η επανάσταση με όρους χειραφέτησης και δημοκρατίας.

Μια συλλογική και οργανωμένη κριτική στον τρόπο οργάνωσης των εργατικών συνδικάτων και των κομμάτων της αριστεράς, σε σχέση με την στρατηγική του σοσιαλισμού με ελευθερία και δημοκρατία, θα βοηθήσει να συγκροτήσουμε μια επιθετική πρόταση και αυτό σημαίνει να ξαναδούμε τα κόμματά μας, τις οργανώσεις μας, τις τακτικές μας, να μη φοβηθούμε για κάτι νέο, που θα έρχεται από τον σημερινό ριζοσπαστισμό, δίχως άκυρους τακτικισμούς, κομματικό πατριωτισμό και δογματισμούς.

Καρανίκας Νίκος, Συριζα (Συν)

ψάχνοντας για δουλειά

ψάχνοντας για δουλειά

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s